Back to Top
Πέμπτη, 26/05/2016

Η "ανηθικότητα" της πολιτικής

Πολιτικό χρήμα, ιδολογία και θρησκευτικός φανατισμός. Ομιλία στο Γαλλικό Ινστιτούτο

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

 Θα ήθελα να ξεκινήσω από μια αξιωματική  τοποθέτηση. Η ενασχόληση με την πολιτική για μένα έχει νόημα μόνο αν πηγάζει από μια βαθιά ηθική βάση. Δεν πιστεύω στους ερασιτέχνες πολιτικούς, part time πολιτικοί δεν υπάρχουν. Η πολιτική είναι ένα επάγγελμα στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας των επαγγελμάτων, αν μπορεί να μου επιτραπεί η διατύπωση, και ως τέτοιο επιτελεί ένα λειτούργημα που διασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη και την ευημερία. Όταν η άσκηση της στερείται ηθικού υπόβαθρου τότε γίνεται απλώς μια άσκηση εξουσίας που σε ορισμένες συνθήκες και κάτω από προϋποθέσεις μπορεί να οδηγήσει σε τραγωδίες.

 

 

Με αυτή την διευκρίνιση θα ήθελα να προσθέσω ότι η ηθική, όπως τουλάχιστον την κατανοούμε με την καθημερινή της έννοια, είναι πολύ κακός οδηγός για την πολιτική. Γιατί στην πραγματικότητα στις περισσότερες περιπτώσεις οι πολιτικοί έχουν να αντιμετωπίσουν αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές της ηθικής ή ακόμα χειρότερα να σταθμίσουν τις πράξεις τους όχι καθ’ εαυτές, αλλά σε σχέση με τα αποτελέσματα που θα έχουν.

 

Στο βιβλίο του “The way we live now” ο Antony Trollope βάζει την ηρωίδα του να λέει για τους πολιτικούς ότι «δεν μπορείς να (τους) κρίνεις… με τους συνηθισμένους κανόνες» και σε άλλο σημείο  ότι μερικές φορές «χρειάζεται να κάνεις το κακό για να επιφέρεις το καλό». Πρόκειται για την  θεωρία των «βρώμικων χεριών» που τόσο έχει απασχολήσει τους ακαδημαϊκούς.

 

Στη σημερινή εποχή αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε πολύ καλά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες για παράδειγμα έχουν φτάσει να συζητούν για το αν είναι ηθικά αποδεκτός ο βασανισμός υπόπτων για τρομοκρατία προκειμένου να δώσουν πληροφορίες που πιθανώς θα αποτρέψουν τον θάνατο αθώων. Επιστροφή στον Μεσαίωνα. Έχει ενδιαφέρον μάλιστα να επισημάνουμε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση μιλάμε για ανήθικες πράξεις σε ένα όριο το οποίο θεωρούμε ότι δεν πρέπει να ξεπεράσουμε. Πιο απλές παραβιάσεις της ηθικής όπως το ψέμα, η παραπλάνηση, η εξαγορά θεωρείται αυτονόητο ότι μπορούμε να τις αξιοποιούμε. Ακόμα και η δολοφονία τρομοκρατών χωρίς δίκη, με drones και με τον κίνδυνο να χαθούν ζωές αθώων είναι ευρύτατα αποδεκτές.  Αν κρίνουμε μάλιστα από την επιτυχία του Τραμπ ένα μεγάλο μέρος των πολιτών θα ήθελε και πιο σκληρή αντιμετώπιση. Το θεωρητικό φιλοσοφικό δίλημμα για το αν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο φόνος ενός μικρού παιδιού για να σωθεί η πόλη, στην πράξη,  το έχουμε απαντήσει καταφατικά.

 

Δεν χρειάζεται ωστόσο να πηγαίνουμε μακριά για να ανακαλύπτουμε τέτοια ηθικά διλήμματα. Η περίπτωση της υποδοχής των προσφύγων είναι ένα πιο κοντινό μας παράδειγμα. Με βάση την χριστιανική ηθική, τις διεθνείς συμβάσεις αλλά και την παράδοση του ανθρωπισμού, στους ανθρώπους αυτούς οφείλουμε φιλοξενία περίθαλψη και προστασία. Αντ’ αυτού τους φυλακίζουμε και τους απελαύνουμε κάνοντας τα στραβά μάτια σε μια σειρά παραβιάσεων του νομικού καθεστώτος και στοιχειωδών κανόνων ηθικής. Κι όμως και σ αυτή την περίπτωση ένας πολιτικός θα μπορούσε βάσιμα να ισχυριστεί ότι αν δεν ληφθούν περιοριστικά μέτρα τότε υπάρχει κίνδυνος ανεξέλεγκτης έκρηξης της ξενοφοβίας και τελικά επικράτηση μιας αντίληψης και πολιτικών δυνάμεων που θα επιφυλάξουν ακόμα δυσμενέστερη μεταχείριση στους πρόσφυγες  αλλά και χειρότερες συνθήκες και για τους ίδιους τους πολίτες της χώρας.

Ένα διαφορετικό παράδειγμα αποτελεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Την περίοδο πριν κερδίσει τις εκλογές θα είχατε ακούσει πολλούς να υποστηρίζουν ότι είναι καλύτερα να σχηματίσει κυβέρνηση ώστε να περάσει τα μέτρα χωρίς αντιδράσεις. Ο λαϊκισμός με άλλα λόγια ήταν η αναγκαία συνθήκη ή αν θέλετε το κόστος που έπρεπε να πληρώσουμε για να διασφαλιστεί η κοινωνική ειρήνη. Λίγο πολύ το υποστήριξε και ο ίδιος ο Τσίπρας όταν εξηγούσε στους ευρωπαίους ηγέτες ότι αυτός μπορεί να διασφαλίσει καλύτερα την ευρωπαϊκή θέση της χώρας. Η πρόσφατη συμφωνία με την αποδοχή του τρίτου Μνημονίου ενισχύει μια τέτοια θεώρηση.

 

Μπορούμε να σκεφτούμε και πιο δύσκολα παραδείγματα. Οι διώξεις της Χρυσής Αυγής είναι μια τέτοια περίπτωση. Δεν έχω αμφιβολία ότι Θα υπάρχουν νομικοί που έχουν ενστάσεις για την διαδικασία. Από την άλλη πλευρά δύσκολα ένας λογικός άνθρωπος μπορεί να αρνηθεί ότι η δράση της αποτελεί κίνδυνο για την Δημοκρατία. Μου έρχεται στο νου η θέση του Χομπς. Η ηθική προκύπτει από την λογική της επιβίωσης. Όταν η επιβίωση, εν προκειμένω της Δημοκρατίας, τίθεται σε κίνδυνο τότε η ηθική είναι εκτός θέματος.

 

Σε πιο ήρεμες εποχές βέβαια αυτού του είδους τα διλήμματα αφορούν τον τρόπο άσκησης της καθημερινής πολιτικής. Κατ’ αρχήν το πολιτικό χρήμα. Όλοι γνωρίζουν ότι για να κερδίσει τις εκλογές ένα κόμμα ή ένας υποψήφιος χρειάζεται χρήματα. Ο νόμος ουσιαστικά το απαγορεύει και ηθικά η χρηματοδότηση, τουλάχιστον από ορισμένες πηγές, θεωρείται κατακριτέα. Την ίδια στιγμή ωστόσο ένας πολιτικός ο οποίος ας υποθέσουμε ότι έχει τις καλύτερες των προθέσεων, γνωρίζει ότι αν τηρήσει τους κανόνες θα πάει ως πρόβατον επί σφαγή. Τι κάνει; Θα αφήσει τους απατεώνες να κερδίσουν ή θα δώσει τη μάχη επί ίσοις όροις; Αν επιλέξει το πρώτο τότε στην πραγματικότητα αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε όσους θεωρεί ότι διαφθείρουν την Δημοκρατία. Επιλέγοντας το δεύτερο ωστόσο κινδυνεύει να ανακαλύψει ότι στην πράξη είναι και ο ίδιος ένοχος για όσα καταγγέλλει.

 

Αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό η συζήτηση που γίνεται σήμερα στις ΗΠΑ. Η χρηματοδότηση της Χίλαρι από την Γουόλ Στριτ είναι απόλυτα νόμιμη ο Σάντερς ωστόσο αμφισβητεί ότι με τέτοιες σχέσεις με το οικονομικό κατεστημένο η υποψήφια είναι σε θέση να ελέγξει τις τράπεζες και τις υπερβολές του χρηματιστικού κεφαλαίου. Έχει σημασία να δούμε ότι η διάκριση μεταξύ νόμιμου και ηθικού στηρίζεται στο ζήτημα της ειλικρίνειας. Δεν μπορεί να υποστηρίζεις για παράδειγμα την ανάγκη να μείνουν τα χρήματα στη χώρα και στις τράπεζες και την ίδια στιγμή να βγάζεις τα χρήματα σου έξω. Είναι υποκρισία και με αυτή την έννοια το νόμιμο μπορεί να μην είναι και ηθικό. Προφανώς όμως η υποκρισία μπορεί και να αντιστραφεί. Έτσι αν θεωρούμε δικαίωμά μας να διακινούμε τις αποταμιεύσεις μας όπως εμείς θέλουμε τότε είναι επίσης υποκριτικό να ζητάμε από τους πολιτικούς να έχουν διαφορετική συμπεριφορά 

 

Ανάλογοι προβληματισμοί μπορεί να διατυπωθούν και για τον δημόσιο λόγο. Για να κερδίσει ένα κόμμα τις εκλογές πρέπει να συγκινήσει τους ψηφοφόρους. Ως πιο βαθμό θα πάει με το ρεύμα και ως πιο βαθμό θα πει αυτό που θεωρεί σωστό το οποίο όμως είναι αντιδημοφιλές; Στην Ελλάδα έχουμε μερικές φορές την τάση όλα αυτά να τα θεωρούμε δικές μας ιδιομορφίες, μια αρρώστια πολιτικών που νοιάζονται μόνο για την καρέκλα. Στην πραγματικότητα αποτελούν το ψωμοτύρι της πολιτικής ακόμα και όταν ασκείται στο υψηλότερο επίπεδο. Θυμάμαι πόσο μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει όταν ήμουν ακόμα νεαρός δημοσιογράφος ο Νέλσον Μαντέλα ο οποίος πριν την πτώση του απαρτχάιντ  είχε κάνει μια σειρά από πολύ σκληρές δηλώσεις που αν τις έπαιρνε κανείς τοις μετρητοίς θα είχαν σαν αποτέλεσμα λουτρό αίματος. Φυσικά ξέρουμε τι έγινε, το θαύμα της αναίμακτης μετάβασης. Τότε λοιπόν ο αγγλικός τύπος, δημοσιογράφοι δηλαδή που γνώριζαν από πρώτο χέρι τα πράγματα, έγραφαν ότι έκανε αυτές τις δηλώσεις προκειμένου να κρατήσει ενωμένο το αφρικανικό κογκρέσο και να περιορίσει τους εξτρεμιστές. Κι αυτή αποδείχθηκε ότι ήταν η σωστή ερμηνεία. Κάτι ανάλογο έκανε ο Χέλμουτ Κολ πριν υπογράψει της συμφωνία για τον οριστικό καθορισμό των συνόρων με την Πολωνία. Έκανε σκληρές εθνικιστικές δηλώσεις και όταν βρέθηκε κατηγορούμενος από τα αριστερά, έσπευσε να υπογράψει την συμφωνία. Ανάλογος ήταν και ο χειρισμός του μακεδονικού από τον Ανδρέα Παπανδρέου με το εμπάργκο που είχε σαν αποτέλεσμα να πέσουν κάπως οι τόνοι τουλάχιστον στο εσωτερικό και να δοθεί χρόνος για πιο ψύχραιμη αντιμετώπιση του προβλήματος.

Προφανώς υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα κριτηρίων. Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις και ο σκοπός δεν μπορεί να αγιάζει κάθε μέσο. Η επίκληση ενός ανώτερου στόχου με άλλα λόγια δεν μπορεί να δίνει το ελεύθερο στον πολιτικό να κάνει ότι θέλει ή συνηθέστερα ότι τον συμφέρει βραχυπρόθεσμα προκειμένου να πετύχει κάτι στο απώτερο μέλλον. Μια προφανής ωφελιμιστική απάντηση θα ήταν η σύγκριση του κακού που επιφέρει μια πράξη σε σχέση με το καλό που θα επιφέρει ο απώτερος στόχος. Αλλά βέβαια μια τέτοια σύγκριση δεν είναι ποτέ εύκολη. Συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και με αντιλήψεις που κι αυτές αλλάζουν μέσα στο χρόνο. Ακόμα περισσότερο ωστόσο για πολλούς η άσκηση της πολιτικής αποτελεί και μια παιδευτική διαδικασία. Πρέπει με άλλα λόγια να ασκείται με βάση ορισμένες ηθικές αρχές που δεν μπορούμε να παραβιάζουμε στο όνομα οποιασδήποτε σκοπιμότητας. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Και είναι σαφές ότι η διαφθορά της πολιτικής είτε με το χρήμα είτε με την δημαγωγία έχει κατ’ επανάληψη οδηγήσει στην κατάρρευση της δημοκρατίας. Το ζήτημα αυτό αποκτά δραματική επικαιρότητα όταν οι κοινωνίες έχουν να διαχειριστούν μεταβατικές περιόδους όπου κατεστημένες αντιλήψεις, οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις μπαίνουν σε δοκιμασία. Ότι συμβαίνει σήμερα δηλαδή σε αυτό που ονομάζουμε δυτικό κόσμο και όπου βλέπουμε να ενισχύεται η μισαλλοδοξία, να ενισχύονται ακροδεξιά κινήματα και πολιτικοί και να αμφισβητούνται αξίες που θεωρούσαμε σύμφυτες με τον πολιτισμό μας.  Ποια είναι η σωστή απάντηση; Να λέμε την αλήθεια όπως υποστήριξε προ ημερών στο συνέδριο της δημοκρατικής συμπαράταξης ο κ. Κώστας Σημίτης; Και ποια είναι αυτή; Ή να επιχειρήσουμε να συμβιβάσουμε αλληλοσυγκρουόμενες αλήθειες με ορισμένες από τις οποίες μπορεί να διαφωνούμε κατηγορηματικά προκειμένου να ενσωματώσουμε τμήματα των πολιτών που είναι δεκτικοί στη δημαγωγία;

 

Θα ήθελα να προχωρήσω λίγο αυτή την τελευταία σκέψη. Μέχρι στιγμής αναφερθήκαμε στα διλήμματα ηθικής που μπαίνουν στην πολιτική. Διλήμματα που επιβάλουν μια στάθμιση των επιπτώσεων και δεν επιτρέπουν μια απλή ηθικολογική προσέγγιση. Εξ ίσου προβληματικό ωστόσο είναι το να δίνουμε ηθικές διαστάσεις σε πολιτικές διαφωνίες. Για να το πω διαφορετικά η άσκηση της πολιτικής προϋποθέτει την ηθική ισοτιμία των διαφορετικών απόψεων. Με αυτή την έννοια μια πολιτική συμφωνία είναι στην πλειονότητα των περιπτώσεων ένας αποδεκτός συμβιβασμός αλληλοσυγκρουόμενων απόψεων όχι μια ηθική παραχώρηση.

 

Το Μνημόνιο ή καλύτερα τα Μνημόνια είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μπορεί κανείς να υποστηρίξει την ανάγκη των μνημονίων εκτιμώντας ότι με αυτό τον τρόπο προστατεύει καλύτερα την ευημερία των πολιτών. Μπορεί όμως και να υποστηρίξει το αντίθετο ότι δηλαδή είναι προτιμότερο να βγει η χώρα από το ευρώ καθώς μια τέτοια επιλογή θα οδηγήσει πιο γρήγορα στην ανάπτυξη. Καμία από τις δύο προτάσεις όμως δεν υπερέχει ηθικά της άλλης. Προφανώς η ίδια επιχειρηματολογία μπορεί να αναπτυχθεί πάνω στη βάση συμφερόντων. Το ποιος θα πληρώσει την κρίση και κατ’ επέκταση ποια είναι η κοινωνικά δίκαιη επιλογή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαφωνίας. Ωστόσο η εκ των προτέρων αποδοχή της πολιτικής ως διαδικασίας επίλυσης αυτών των διαφωνιών προϋποθέτει ότι οι δύο προτάσεις είναι ισότιμες και αποτελούν ηθικά, νομικά και πολιτικά εξ ίσου αποδεκτές επιλογές.

 

Εδώ βέβαια μπορεί να μπούμε σε ένα επικίνδυνο πεδίο. Ορισμένοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι κάποιες ηθικές αρχές είναι αδιαπραγμάτευτες. Ότι η δική τους θέση υπερέχει της πολιτικής. Ένας χριστιανός για παράδειγμα που θεωρεί φόνο την άμβλωση μπορεί να μην αποδέχεται την δημοκρατική διαδικασία σε αυτό το ζήτημα. Όπως και ένας μουσουλμάνος που θεωρεί αμαρτία την ακάλυπτη κεφαλή ή πιστεύει στην σαρία σαν τον μοναδικό νόμο που μπορεί να διέπει τις κοινωνικές σχέσεις. Το ίδιο μπορεί να πιστεύει ένας κομμουνιστής για τον οποίο η αστική δημοκρατία δεν είναι παρά μια δικτατορία της αστικής τάξης. Και οι τρεις θεωρούν νόμιμο ενδεχομένως και απαραίτητο να λειτουργούν εκτός πολιτικής αν με πολιτική εννοούμε μια διαδικασία λήψης αποφάσεων που στηρίζεται σε κανόνες συναινετικούς που αποκλείουν την βία. Οι μεν πρώτοι πιστεύουν σε μια θεοκρατική πολιτεία ενώ ο δεύτερος στην δικτατορία του προλεταριάτου.

 

Αυτό είναι και το μεγάλο παράδοξο της πολιτικής. Στην ιστορία της ανθρωπότητας αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες εφευρέσεις. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ανθρωπισμό, την πίστη στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην  αξία της ανθρώπινης ζωής και έχει επιτρέψει σε όσες λίγες ιστορικές περιόδους και σε όσες λίγες κοινωνίες έχει επικρατήσει την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ ανθρώπων με πολύ διαφορετικές ιδεολογίες και συμφέροντα. Με αυτή την έννοια υπερέχει ηθικά έναντι οιουδήποτε άλλου συστήματος. Την ίδια στιγμή ωστόσο περιορίζει σε μεγάλο βαθμό την ηθική στην προσωπική σφαίρα αποδεχόμενο ότι μπορεί να υπάρχουν και να συνυπάρχουν διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις σε μια σειρά ζητήματα οι οποίες ωστόσο δεν μπορεί να αποτελούν τον κανόνα του κράτους. Προφανώς υπάρχουν πολλές γκρίζες περιοχές. Η άμβλωση είναι μια από αυτές. Για ορισμένους είναι ατομικό δικαίωμα για άλλους όμως είναι φόνος. Στην πορεία του χρόνου μάλιστα οι σχετικές αντιλήψεις αλλάζουν και ότι απαγορευόταν χθες σήμερα γίνεται αποδεκτό.

 

Μια κριτική που γίνεται από πολέμιους της Δημοκρατίας είναι ότι στην πραγματικότητα αποτελεί ένα ιστορικά και πολιτισμικά προσδιορισμένο σύστημα διακυβέρνησης , ένα ανάμεσα σε πολλά άλλα και ότι η προσπάθεια εξαγωγής του δεν είναι παρά μια ακόμα εκδήλωση πολιτισμικού ιμπεριαλισμού και υποκρισίας της Δύσης. Αυτή η κριτική προφανώς έχει βάση. Είναι λάθος όμως να υποχωρήσουμε σε έναν απόλυτο σχετικισμό. Αν θεωρείται νόμιμο και ηθικό να ακρωτηριάζονται οι κλέφτες στην Σαουδική Αραβία αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό στη Δύση στο όνομα της συνύπαρξης και του πλουραλισμού. Την ίδια στιγμή ωστόσο ότι θεωρείται νόμιμο σε μια δυτική χώρα και ας μην είναι πολιτισμικά αποδεκτό δεν μπορεί παρά να είναι αποδεκτό στα πλαίσια της συνύπαρξης. Έρχεται στο μυαλό η αντιπαράθεση για την μαντήλα και πόσο αποδεκτή μπορεί να είναι σε μια δυτική δημοκρατία. Μια αντιπαράθεση που για πολλούς αποξένωσε ακόμα περισσότερο τους μουσουλμάνους της Ευρώπης από τις χώρες υποδοχής τους και αξιοποιήθηκε από τους επικριτές της πολιτικής δημοκρατίας. Στις ΗΠΑ μάλιστα έχει ξεκινήσει μια συζήτηση για το αν και σε ποιο βαθμό ενίσχυσε την στρατολόγηση τζιχαντιστών από γαλλόφωνα κράτη, την Γαλλία και το Βέλγιο δηλαδή, που κράτησαν την πιο σκληρή στάση σε αυτό το ζήτημα.  

 

Κατανοώ ότι μια προσέγγιση που αποδέχεται έναν ηθικό σχετικισμό αφήνει πολλά κενά και γκρίζες περιοχές που επιτρέπουν την καταχρηστική αξιοποίησή της. Από την άλλη πλευρά είναι πιο ειλικρινής από μια ουτοπική ηθικολογία που δεν έχει ποτέ εφαρμοστεί στην πράξη. Με αυτή την έννοια αφήνει περιθώρια για έναν διάλογο σε ορθολογική και ρεαλιστική βάση την προϋπόθεση δηλαδή για την άσκηση της πολιτικής.  Σε τελευταία ανάλυση το να ζεις με ατελείς λύσεις και εκκρεμότητες προσπαθώντας να βρεις την καλύτερη εφικτή ισορροπία αποτελεί δείγμα ωριμότητας μιας κοινωνίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διαβάστηκε 18 φορές

Προσθήκη σχολίου

Η εισαγωγή πληροφοριών όπου έχει (*) είναι υποχρεωτική.