Back to Top
Παρασκευή, 18/03/2016

Τζιχάντ στην καρδιά της Ευρώπης

Πόλεμος για τα αίτια που σπρώχνουν νεαρούς μουσουλμάνους στην Ευρώπη να γίνονται τζιχαντιστές

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)
Τσουνάμι
Τσουνάμι

Η Γαλλία για μεγάλο διάστημα θεωρείτο το αντιτρομοκρατικό φρούριο της Ευρώπης. Οι υπηρεσίες ασφαλείας έδειχναν ότι ελέγχουν την κατάσταση και αποτελούσαν παράδειγμα προς μίμηση για την υπόλοιπη Ευρώπη.  «Στα εννέα χρόνια που ακολούθησαν την επίθεση στους δίδυμους πύργους η Γαλλία απέλασε 129 υπόπτους για τρομοκρατία την ώρα που η Αγγλία μόλις 9» έγραφε στον Spectator η Shiraz Maher τον Ιούνιο του 2013. Αυτό άλλαξε μετά την επίθεση στο Charlie Hebdo και πολύ περισσότερο μετά την τελευταία οργανωμένη επίθεση από τον ISIS τον Νοέμβριο με τα γνωστά αποτελέσματα. Ταυτόχρονα έδωσε καινούργιες διαστάσεις σε έναν διάλογο που διεξάγεται χρόνια τώρα σχετικά με το τι σημαίνει να είναι κανείς Γάλλος και πόσο εφικτή είναι η αφομοίωση των μουσουλμάνων μεταναστών.

 

Ο Μαρκ Λίλα στο τελευταίο New York Review of Books παρουσιάζοντας μια πλειάδα βιβλίων που επιχειρούν να εξηγήσουν τις τρομοκρατικές επιθέσεις παρατηρεί ότι οι διανοούμενοι, όπως και οι πολιτικοί, επιχειρούν να εξηγήσουν τις κρίσεις βασισμένοι σε όσα νομίζουν ότι γνωρίζουν από προηγούμενες κρίσεις. Δυσκολεύονται να διακρίνουν τι είναι πραγματικά νέο κι είναι ακόμα πιο δύσκολο να παραδεχθούν την άγνοιά τους. « Το ένστικτο μας, σημειώνει, είναι να υποθέτουμε ότι το απρόβλεπτο επιβεβαιώνει την τρέχουσα αντίληψή μας μάλλον για τον κόσμο παρά την ανάγκη να την αλλάξουμε». Ο πειρασμός να κλείσουν παλιούς λογαριασμούς είναι μεγάλος κι έτσι μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους στην Αμερική είχε κανείς την αίσθηση ότι διαβάζει περισσότερο για τα μαθήματα από το Βιετνάμ παρά για τις νέες προκλήσεις που έβαζε η Αλ Κάιντα.

 

Κάτι ανάλογο συνέβη και στο Παρίσι. Για δεκαετίες η συζήτηση για την αυξανόμενη παρουσία των μουσουλμάνων έχει να κάνει με το τι είδους κοινωνία πρέπει να γίνει η Γαλλία. Μια κλασσική δημοκρατία με αυστηρό διαχωρισμό της θρησκείας στην δημόσια σφαίρα ή μια πολυπολιτισμική κοινωνία που αναγνωρίζει αν δεν γιορτάζει την «διαφορά». Η επίθεση στο Charlie Hebdo αντιμετωπίστηκε ακριβώς μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Μετά την τελευταία επίθεση ωστόσο, σημειώνει ο Lila, ο διάλογος μετατοπίστηκε δραματικά. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο τζιχαντισμός είναι ένα διεθνές φαινόμενο που ξεπερνά το πρόβλημα της θέσης της θρησκείας στην Γαλλία.

Με την θέση αυτή φαίνεται να διαφωνεί ο Olivier Roy ο οποίος σε άρθρο του υποστηρίζει ότι η θρησκεία δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τις επιθέσεις. Ξεκινά από την παρατήρηση ότι όλοι οι τρομοκράτες είναι όλοι δεύτερης γενιάς Γάλλοι που πριν ασπαστούν τον ισλαμισμό έπιναν αλκοόλ, έπαιρναν ναρκωτικά και είχαν ελεύθερες σχέσεις. Αν η θρησκεία ευθύνεται για την δράση τους, αναρωτιέται ο Roy, γιατί επιδρά μόνο σε μια τόσο στενά προσδιορισμένη κοινωνική ομάδα και όχι σε άλλους με αποδεδειγμένα μεγαλύτερη σχέση με το Ισλάμ; Η απάντησή του: ο τζιχαντισμός είναι μια μηδενιστική επανάσταση αυτής της γενιάς και όχι μια ουτοπία που εμπνέεται   από την θρησκεία.

Εντελώς διαφορετική είναι η προσέγγιση του Pierre Manent ο οποίος κάνει την διάκριση ανάμεσα στην τυπική νομική τάξη και στα  ήθη, τις συνήθειες και τις δοξασίες πάνω στις οποίες με έμμεσο ή σιωπηρό τρόπο στηρίζεται αυτή η τάξη. Στην Ευρώπη σήμερα σκεπτόμαστε περισσότερο με βάση τα ατομικά δικαιώματα και δεν αποδεχόμαστε την πρωτοκαθεδρία μιας κοινωνικής ηθικής. Αυτό ωστόσο δεν ισχύει για τους μουσουλμάνους για τους οποίους η ατομική ελευθερία είναι υποδεέστερη της κοινωνικής ηθικής. Η διαφορά αυτή έχει σαν αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν τις διαλέξεις περί ελευθερίας και δικαιωμάτων σαν άλλη μια προσπάθεια να τους επιβληθεί ένα διαφορετικό πλαίσιο πολιτισμικών αξιών.

Σε σχέση με αυτό το σημείο έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η άποψη που εκφράζει η Helen Kuhnmunch, δασκάλα σε ένα από τα προάστεια στο βορειοδυτικό Παρίσι, στον George Parker στο New Yorker. Μετά την επίθεση στο Charlie οι μαθητές της αντέδρασαν αμυντικά, με την αίσθηση «ότι διαρκώς τους σπρώχνουν πίσω στην καταγωγή τους, στη θρησκεία, ότι τους προσβάλουν». Για τους περισσότερους από αυτούς η λαϊκότητα είναι συνώνυμη της αθεΐας και της ισλαμοφοβίας. Την ημέρα της μεγάλης διαδήλωσης σε συμπαράσταση προς τους δημοσιογράφους του περιοδικού προτίμησε να κάνει μάθημα στην τάξη επειδή γνώριζε ότι τα προάστεια δεν θα μετείχαν.  Τους μίλησε για το διάταγμα της Νάντης με το οποίο ο Ερρίκος ο 4ος κατοχύρωσε για πρώτη φορά δικαιώματα στους προτεστάντες. Συζήτησαν τους νόμους που ψηφίστηκαν τον 19ο αιώνα με τους οποίους καταργήθηκε η θρησκευτική εκπαίδευση στα δημόσια σχολεία και αναλύσανε σκίτσα του περιοδικού- αν και όχι από αυτά που σατίριζαν τον Μωάμεθ. «Κατάλαβαν ότι τα ίδια επιχειρήματα χρησιμοποιήθηκαν τότε κατά της Καθολικής Θρησκείας όπως και το 2004 με το θέμα της μαντήλας».

 

Η απάντηση που δίνει ο Manent ωστόσο είναι διαφορετική: να γίνουν αποδεκτοί οι μουσουλμάνοι όπως είναι, με την αναγνώριση δηλαδή των ηθών της ισλαμικής κοινότητας. Στις συγκεκριμένες προτάσεις του περιλαμβάνεται η  προσφορά φαγητού στις σχολικές καντίνες  σύμφωνα με τις θρησκευτικές επιταγές των μουσουλμάνων, η δυνατότητα και για χωριστά ωράρια σε πισίνες για αγόρια και κορίτσια, η αποδοχή της μαντίλας αν και χωρίς πλήρη κάλυψη του προσώπου καθώς αυτό αποτελεί προσβολή στοιχειώδους κοινωνικότητας- στην Δύση μόνο οι δήμιοι φόραγαν κουκούλα. Σύμφωνα με τον Manent μόνο έτσι θα πεισθούν οι Γάλοι μουσουλμάνοι ότι γίνονται ισότιμα αποδεκτοί και ότι δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στη θρησκεία τους και στο να είναι πολίτες της Γαλλικής Δημοκρατίας. Προτάσεις που θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές, σχολιάζει ο Λίλα αν δεν συνοδεύονταν από ένα δεύτερο μέρος του βιβλίου στο οποίο διεκτραγωδείται η παρακμή της Γαλλίας σε μια «αποπολιτικοποιημένη, ατομικιστική, λαϊκή κοινωνία» καταδικασμένη να εξαφανιστεί στον ευρωπαϊκό χυλό. Αν η Γαλλία είχε διατηρήσει την ταυτότητα της, υποστηρίζει ο  Manent  ως ένα κυρίαρχο εθνικό κράτος με την κληρονομιά της χριστιανικής ηθικής και με κοινή πολιτική στόχευση τότε παραδόξως θα ήταν πιο εύκολη η αφομοίωση των μουσουλμάνων καθώς θα αντήλλασσαν απλώς μια αίσθηση του ανήκειν για μια άλλη.

Ένα τρίτο βιβλίο που εξετάζει ο Lila είναι του Giles Kepel το «Terror in the Hexagon” το «πιο απαραίτητο βιβλίο να διαβάσει κανείς για την σημερινή Γαλλία» όπως λέει. Έχει την μορφή ενός χρονικού και τα δυο βασικά πλεονεκτήματά του είναι πρώτον ότι  δεν αντιμετωπίζει τους μουσουλμάνους σαν μια ομοιογενή ομάδα και δεύτερον ότι σαν ιστορικός γνωρίζει ότι από μόνες τους οι κοινωνικές συνθήκες και τα ήθη δεν αρκούν για να εξηγήσουν πολιτικά φαινόμενα. Τα γεγονότα σε πραγματικό χρόνο είναι που νοηματοδοτούν τις συνθήκες ώστε να αποτελέσουν κίνητρο για πράξεις.

Ο Kepel ξεκινά την αφήγησή του από το 1983 με την μεγάλη διαδήλωση διαμαρτυρίας που έγινε στην Μασσαλία για τον θάνατο ενός Άραβα μουσουλμάνου ακτιβιστή. Μια ομάδα διαδηλωτών συνέχισε ως το Παρίσι όπου έγιναν δεκτοί από μια μεγάλη συγκέντρωση 100.000 ατόμων. Τα αιτήματά τους τα υιοθέτησαν τα προοδευτικά κόμματα και τις επόμενες δεκαετίες φαινόταν ότι βρίσκονταν σε μια διαδικασία πολιτικής αφομοίωσης από την αριστερά που διεκδικούσε την εκπροσώπησή τους. Στο διάστημα αυτό ο αραβικός και ο μουσουλμανικός  κόσμος γνώρισε τεράστιες αλλαγές ως τα μέσα της δεκαετίας του 2000 όμως υπήρχε η αίσθηση ότι η τρομοκρατία δεν θα αποτελούσε εσωτερικό πρόβλημα για την Γαλλία. Αυτό άλλαξε το 2005 με την εξέγερση στα προάστεια και την σκληρή αντιμετώπιση τους από τον Σαρκοζί που ήταν τότε υπουργός των εσωτερικών. Κατά τον Kepel ήταν τότε που η τρίτη γενιά των Γάλλων μουσουλμάνων αποστασιοποιήθηκε από την πολιτική ζωή της Γαλλίας και αποκρυσταλλώθηκε η αντίληψη ότι αποτελούν μέρος του μουσουλμανικού κόσμου και υφίστανται την πραγματική η φαντασιακή καταπίεση της Δύσης . Βλέπουν τον εαυτό τους λιγότερο ως Γάλλους μουσουλμάνους και περισσότερο ως μέλη ενός παγκόσμιου μουσουλμανικού προλεταριάτου. Έχει ενδιαφέρον πάντως πως όταν νέες γυναίκες ρωτιούνται για τον λόγο που επιμένουν να φοράνε την μαντήλα δίνουν αντιφατική απάντηση. Το επιτάσσει το Κοράνι λένε, όπως κάθε καλός μουσουλμάνος αλλά είναι και ατομικό τους δικαίωμα όπως θα έλεγε ένας οπαδός του διαφωτισμού. Στο βιβλίο ο Kepel καταγράφει την παράλληλη ανάπτυξη του Εθνικού Μετώπου της Lepen: περιθωριοποιημένοι φτωχοί λευκοί, σε αναλογία με τους περιθωριοποιημένους μουσουλμάνους, πιστεύουν ότι υπάρχει μια σύγκρουση των ιθαγενών Γάλλων με τους μετανάστες εννοώντας τους μουσουλμάνους. 

 

Κανείς από αυτούς τους παράγοντες όμως δεν αρκεί από μόνος του για να εξηγήσει πως ένας μουσουλμάνος γίνεται τζιχαντιστής. Όπως υποστηρίζει στον New Yorker o Jean Pierre Filiu ο οποίος διδάσκει στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού, η αποδοχή της τρομοκρατίας αποτελεί ένα «κβαντικό άλμα» που προϋποθέτει προσωπική απομόνωση, ρήξη με τον τρόπο ανατροφής και απανθρωποίηση των «απίστων». Ο Τζιχαντισμός λέει από την πλευρά του ο Andrew Hussey από το School of Advanced Studies του Πανεπιστημίου του Λονδίνου στο Παρίσι,   δεν είναι ιδεολογία για τις κοινωνικές συνθήκες. «Δεν αφορά την φτώχεια ή την βελτίωση των συνθηκών ζωής. Είναι μίσος και ως ένα βαθμό εξαγνισμός». Τον παρομοιάζει με τον φασισμό του 30 «σε μετατρέπει από το είμαι ένα τίποτα στο είμαι τα πάντα» και προσελκύει εξ ίσου φτωχούς και πλούσιους.

 

Είναι αυτές οι ιδιαιτερότητες που δεν επιτρέπουν απλουστεύσεις και μονοσήμαντες αναγωγές στις κοινωνικές συνθήκες ή την θρησκεία. Θα χρειαστεί καιρός για να καταλάβουμε το φαινόμενο της ισλαμικής τρομοκρατίας στη Δύση στις πραγματικές του διαστάσεις. 

 

Η παρουσίαση στηρίζεται σε σειρά δυο άρθρων του Mark Lila στο New York Review of Books(10 και 24 Μαρτίου 2016) και σe άρθρο του George Packer New Yorker(31 Αυγούστου 2015). Γίνεται ακόμα αναφορά σε άρθρο της  Shiraz Maher στον Spectator (Ιούνιος 2013).

 

 

Διαβάστηκε 88 φορές

Προσθήκη σχολίου

Η εισαγωγή πληροφοριών όπου έχει (*) είναι υποχρεωτική.