Back to Top
Τετάρτη, 22/02/2017

Καλά εσύ έφυγες νωρίς...

Η κρίση στον ΔΟΛ και η επίθεση της κυβέρνησης στα ΜΜΕ με πρόσχημα την διαπλοκή

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Καλά εσύ φεύγεις νωρίς, είσαι τυχερός». Με τα λόγια αυτά του οικονομικού διευθυντή έκλεισε η σεμνή τελετή του διαζυγίου μου από τον ΔΟΛ τον Σεπτέμβριο του 2011. Τα έφερα στο νου μου πολλές φορές τα τελευταία χρόνια παρακολουθώντας αυτή την αργή πορεία φθοράς του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη, τις αγωνιώδεις προσπάθειες να αντιμετωπιστούν τα οικονομικά του προβλήματα και βέβαια τις δοκιμασίες που υφίστανται οι εργαζόμενοι με τις περικοπές μισθών, τις απολύσεις και τους μήνες που μένουν απλήρωτοι.

Θα μπορούσε κανείς να μιλά για ώρες αναζητώντας ευθύνες, ενόχους ή χαμένες ευκαιρίες. Και είναι αλήθεια ότι κάτω από μια πιο αποφασιστική διοίκηση που θα εφάρμοζε εγκαίρως ένα δρακόντειο πρόγραμμα εξυγίανσης η πορεία αυτή ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε αναστραφεί. Αυτό ωστόσο δεν αναιρεί τους δυο βασικούς παράγοντες που οδήγησαν τον ΔΟΛ στα πρόθυρα χρεοκοπίας.

Ο πρώτος έχει να κάνει με το παρελθόν. Σαν επιχείρηση γιγαντώθηκε στην περίοδο των παχιών αγελάδων. Η προσαρμογή στις επιταγές της κρίσης είχε σαν προϋπόθεση περικοπές και απολύσεις που δεν ήταν πολιτικά και συνδικαλιστικά εφικτές. Το αποτέλεσμα ήταν κάθε προσπάθεια να είναι κατώτερη των αναγκών.  Ακόμα κι έτσι θα μπορούσε να είχε ορθοποδήσει αν δεν είχε μεσολαβήσει η διπλή κρίση που είχε σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση των εσόδων από την διαφήμιση και την κυκλοφορία. Την οικονομική κρίση στην Ελλάδα δηλαδή, σε συνδυασμό με την παγκόσμια κρίση του τύπου που προκλήθηκε από την άνοδο του ίντερνετ. Ο συνδυασμός αυτός είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Μιλάμε για κυκλοφορίες των εφημερίδων οι οποίες έχουν πέσει κάτω από το μισό και για ακόμα μεγαλύτερες μειώσεις στα διαφημιστικά έσοδα. Δεν μπορώ να φανταστώ κλάδους με αντίστοιχες μειώσεις που δεν θα είχαν οδηγήσει σε αθρόες χρεοκοπίες.

Έχει υποστηριχθεί, και το επανέλαβε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, σε μια σπάνια έκρηξη εκδικητικότητας, ότι ο ΔΟΛ ήταν μια «φούσκα», αποτέλεσμα της τραπεζικής δανειοδότησης. Αλλά βέβαια πριν ξεσπάσει η κρίση το σύνολο των δανείων ήταν χαμηλότερο από τον ετήσιο τζίρο του ΔΟΛ ενώ ξένη εταιρεία συμβούλων που είχε μελετήσει τα οικονομικά του θεωρούσε απόλυτα εφικτό ένα υγιές διψήφιο ποσοστό κέρδους. Με άλλα λόγια προ κρίσης το χρέος ήταν δυνατόν να εξυπηρετηθεί έστω και με μια λογική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. 

Στην ελληνική ιδιαιτερότητα της κρίσης βέβαια θα πρέπει να προστεθούν και οι ευρύτερες αλλαγές στην βιομηχανία του τύπου που έχουν σαν αποτέλεσμα ακόμα και οι μεγάλες παραδοσιακές εφημερίδες στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ να αιμορραγούν ακατάσχετα. Οι αλλαγές αυτές μάλιστα δεν αφορούν απλώς το επιχειρηματικό μοντέλο που έχει ξεπεραστεί. Συνδέονται και με μια κρίση αξιοπιστίας των παραδοσιακών μέσων καθώς όλο και περισσότερο κερδίζει έδαφος ένα εναλλακτικό μοντέλο ενημέρωσης που στηρίζεται στη συνωμοσιολογία, το ψέμα και την υποταγή της πραγματικότητας σε πολιτικές και ιδεολογικές προκαταλήψεις.

Το ελληνικό παράδοξο είναι ότι αυτή την εχθρότητα προς τον τύπο την διακινούν όχι μόνο ακροδεξιοί λαϊκιστές αλλά και μια μεγάλη μερίδα της προοδευτικής διανόησης που κανονικά θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι υπερασπιστές του. Αν αναζητήσει κανείς τις αιτίες θα χρειαστεί να ανατρέξει στις πολιτικές αλλά και τις επιχειρηματικές αντιπαραθέσεις της δεκαετίας του 90 και του 2000 καθώς και στον ρόλο που έπαιξαν συγκεκριμένα πρόσωπα όπως ο τότε πρόεδρος του Συνασπισμού που υπήρξε ο κύριος πολιτικός εκφραστής της θεωρίας της διαπλοκής στον χώρο της αριστεράς. Φυσικά πριν αναλάβει πρόεδρος του Παναθηναϊκού. Σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο κινήθηκε και ο ΣΥΡΙΖΑ συμβάλλοντας καθοριστικά στο να θεωρεί πλέον μια μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης ότι τα μέσα ενημέρωσης όχι μόνο ευθύνονται αλλά και αποτελούν κυρίαρχο μέρος της κρίσης. Και μάλιστα στο σύνολό τους χωρίς διακρίσεις ανάμεσα στα ταμπλόιντ της σκανδαλοθηρίας και στην «ποιοτική , ελέγξιμη και λογοδοτούσα δημοσιογραφία» όπως εύστοχα την χαρακτήρισε ο Παύλος Τσίμας. Το αποτέλεσμα ήταν να θεωρείται για πολλούς νίκη της Δημοκρατίας το κλείσιμο συγκεκριμένων μέσων ενημέρωσης. Και βέβαια με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση αυτό πήρε συγκεκριμένη μορφή. Εκεί που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αναζητούνται τρόποι στήριξης του τύπου, στην Ελλάδα ακόμα και η χρηματοδότηση του από τις τράπεζες έγινε ύποπτη και ποινικά ελέγξιμη. Δημιουργήθηκε έτσι ένα ασφυκτικό οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο. Κι ενώ για τα κόκκινα δάνεια στην οικονομία αναζητούνται τρόποι να μην κλείσουν οι επιχειρήσεις και να μην περάσει ο έλεγχος στα «κοράκια», ειδικά για τον τύπο ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Κι αυτό παρά το ότι το ποσοστό των κόκκινων δανείων είναι σημαντικά μικρότερο  από ότι σε άλλους κλάδους. Δεν είναι τυχαίο τέλος ότι τόσο στο Μέγκα όσο και στον ΔΟΛ η κρίση πυροδοτήθηκε από την απόφαση των τραπεζών να παγώσουν λογαριασμούς τους, καθιστώντας αδύνατη την πληρωμή των εργαζομένων! Απόφαση η οποία, όπως καταγγέλθηκε, ελήφθη μετά από κυβερνητική παρέμβαση.  Μόνο κάτω από την κατακραυγή της κοινής γνώμης άλλαξαν στάση τουλάχιστον σε ότι αφορά τον ΔΟΛ επιτρέποντας την καταβολή του δώρου και κατά συνέπεια την άρση της απεργίας.

Σε αυτή την κυβερνητική εκστρατεία κατά των μέσων ενημέρωσης «Το Βήμα» και «Τα Νέα» αποτελούν το ιδανικό εξιλαστήριο θύμα. Οικονομικά είναι ο αδύναμος κρίκος καθώς δεν έχουν από πίσω τους έναν ισχυρό επιχειρηματία να τις στηρίξει. Το αντίθετο: ο εκδότης τους βρίσκεται αντιμέτωπος με βαρύτατες κατηγορίες που πολλοί πιστεύουν ότι υποκρύπτουν πολιτικές σκοπιμότητες. Πολιτικά και ιδεολογικά εξ άλλου συμβολίζουν κατ’ εξοχήν το «σύστημα» που υποτίθεται ότι πολεμά ο ΣΥΡΙΖΑ.

Έχουν γραφεί πολλά για το πόσο σημασία έχει για την Δημοκρατία η προστασία του πλουραλισμού στην ενημέρωση και η ανάγκη να αποκρουστούν οι πρωτοφανείς προσπάθειες της κυβέρνησης της αριστεράς να ποδηγετήσει τον τύπο και την τηλεόραση. Είναι ακριβώς έτσι. Εξ ίσου σημαντική ωστόσο είναι η προστασία μιας δημοσιογραφικής παράδοσης ενός αιώνα που συνδιαμορφώθηκε με την πολιτική ιστορία του τόπου και ιδιαίτερα της Δημοκρατικής παράταξης. Μιας παράδοσης που αποτυπώνεται στο επαγγελματικό ήθος των δύο εφημερίδων που αποτελούν και την «άυλη υπεραξία» τους, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Πρόκειται για μια παράδοση που ξεπερνά κατά πολύ επιλογές που ενδεχομένως έχουν γίνει κατά καιρούς και μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής. Μια παράδοση που σφυρηλατήθηκε όχι μόνο από τους δημοσιογράφους αλλά και από κορυφαίες προσωπικότητες της χώρας, πολιτικούς, διανοούμενους, καλλιτέχνες. Κι είναι αυτό που ξεχωρίζει τις εφημερίδες θεσμούς σε ολόκληρο τον κόσμο. Η συνεισφορά τους και ο ρόλος τους ξεπερνούν κατά πολύ επιμέρους επιλογές ακόμα και του εκδότη τους. Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη συνεισφορά του Χρήστου Λαμπράκη. Δεν αντιμετώπισε ποτέ τις εφημερίδες σαν μια επιχειρηματική υπόθεση. Γι’ αυτόν τόσο «Τα Νέα» όσο και «Το Βήμα» πριν από κάθε άλλο  ήταν ένα πολιτικό και ιδεολογικό εγχείρημα, μια δημοκρατική και εκσυγχρονιστική πλατφόρμα διαλόγου, μια άσκηση ενημέρωσης σε μια κοινωνία που προσπαθεί ακόμα και σήμερα να ξεπεράσει τραύματα και παθογένειες δεκαετιών.

Με δυο λόγια ήταν εφημερίδες που επιτελούσαν αποστολή και πάνω σε αυτήν ακριβώς τη συνέχεια χτίστηκε και ο μύθος της παντοδυναμίας. Ήταν η σταθερά ενός πολιτικού συστήματος και ενός πολιτικού χώρου, του φιλελεύθερου, προοδευτικού κέντρου, που με εξαίρεση ίσως την περίοδο της παντοδυναμίας  του ΠΑΣΟΚ, βρισκόταν σε διαρκή ρευστότητα. Κι είναι αυτός ένας από τους λόγους που πολεμήθηκε τόσο σκληρά και από την αριστερά. Πίστεψαν και πιστεύουν ότι χωρίς τον ΔΟΛ θα μπορέσουν πολύ πιο εύκολα να αλώσουν τον χώρο.

Δεν ξέρω πόσο νόημα έχουν όλα αυτά στην εποχή του ίντερνετ. Τα παραδοσιακά μέσα υποκαθίστανται γοργά από τα ανώνυμα μπλογκ. Ίσως γι’ αυτό όμως και η ανάγκη για την σοβαρή, παραδοσιακή δημοσιογραφία να είναι σήμερα μεγαλύτερη από ποτέ. Και οι εφημερίδες του ΔΟΛ, με όλα τα προβλήματά τους, διατηρούν ζωντανό το νήμα που τις συνδέει με την μεγάλη δημοσιογραφική σχολή του παρελθόντος τους. Οι συντάκτες τους και οι συνεργάτες τους αποτελούν τους φορείς αυτής της πολύτιμης παράδοσης. Δεν πρέπει να σβήσει. Και δεν θα σβήσει όσο το κατανοούν οι ίδιοι και όσο είναι αποφασισμένοι να την υπερασπιστούν. Γιατί σε τελευταία ανάλυση ένα μέσο ενημέρωσης είναι τα πρόσωπα που το αποτελούν. Όλα τα άλλα έπονται.

Διαβάστηκε 90 φορές
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ποιος φοβάται την ανομία στην TV

Προσθήκη σχολίου

Η εισαγωγή πληροφοριών όπου έχει (*) είναι υποχρεωτική.