Back to Top
Δευτέρα, 13/06/2016

Ξυπόλητοι στα αγκάθια-κυριολεκτικά.

Παπούτσι με παχύ πάτο ή μίνιμαλ, ιδού το δίλημμα.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Πιο μίνιμαλ δεν γίνεται
Πιο μίνιμαλ δεν γίνεται

Το χειρότερο μου στη παραλία το καλοκαίρι είναι να περπατάω ξυπόλητος. Με εξαίρεση την πολύ λεπτή άμμο κι αυτή το πρωί, πριν κάψει ο ήλιος, ακόμα και το μικρό χαλίκι με κάνει να περπατάω λες και έχω πατήσει αχινούς και με τις δυο μου πατούσες. Έτσι η μόδα του ξυπόλητου τρεξίματος δεν υπήρχε περίπτωση να με συγκινήσει. Η μικρή εμπειρία μου από συναντήσεις με λάτρεις του είδους, απλώς επιβεβαίωσε την προκατάληψή μου.

 

Με τον πρώτο συναντηθήκαμε σε έναν αγώνα βουνού. Στάθηκε στην αφετηρία χωρίς την παραμικρή προστασία στα πόδια του προκαλώντας τα περίεργα βλέμματα και τον θαυμασμό όλων. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδαμε αγωνιζόμενο γιατί φυσικά μετά από λίγο εγκατέλειψε. Οι μυτερές πέτρες και τα αγκάθια αποδείχθηκαν ανυπέρβλητο εμπόδιο. Μας περίμενε στον τερματισμό γδαρμένος και ματωμένος.

 

Τον δεύτερο ξυπόλητο δρομέα τον συναντούσα τακτικά να προπονείται στην «τεσσάρα» στον Υμηττό. Έδειχνε άνετος σαν αυτό που έκανε να ήταν απόλυτα φυσικό. Ώσπου μια μέρα, μαζί με κοινούς φίλους, πιάσαμε κουβέντα. Μας έδειξε την πατούσα του κατάμαυρη από την άσφαλτο. Το δέρμα είχε φυσικά σκληρύνει αλλά είχε ταυτόχρονα ενσωματώσει την βρώμα. Όπως μας εξήγησε, κάθε φορά που επέστρεφε από προπόνηση ακολουθούσε μια  σχετικά κοπιαστική  ιεροτελεστία καθαρισμού με πενιχρά ωστόσο αποτελέσματα. Στόχος βασικά ήταν να μη μεταφέρει την βρώμα στο σπίτι γιατί η πατούσα ήταν μονίμως μαύρη. End of story σε ότι με αφορά. Ακόμα και η ομώνυμη φυλή των Ινδιάνων λέγονταν μαυροπόδαροι γιατί φορούσαν μαύρα μοκασίνια, δεν έτρεχαν ξυπόλητοι.

 

Η προϊστορία του ξυπόλητου τρεξίματος έχει πια γίνει ένας μικρός μύθος μεταξύ των δρομέων. Το περίφημο βιβλίο “Born to run” του Christopher Mc Dougall για τους Tarahumara, την φυλή των ξυπόλητων υπερ-δρομέων του Μεξικού, πυροδότησε ένα πραγματικό κίνημα. Υποτίθεται ότι ξυπόλητοι αναγκαζόμαστε να παίρνουμε μια πιο φυσική φόρμα στο τρέξιμο, να πατάμε με το μπροστινό μέρος του ποδιού και να προσγειωνόμαστε έτσι πιο ελαφριά περιορίζοντας τους τραυματισμούς. Το παρακλάδι του κινήματος τα παπούτσια «zero drop» αποδείχθηκε πιο ανθεκτικό καθώς λίγοι είχαν το θάρρος να τρέξουν ξυπόλητοι ή με τις «κάλτσες» που προσέφεραν ελάχιστη προστασία. Τα παπούτσια μηδενικής διαφοράς είναι βέβαια παπούτσια με ίδιο πάχος τόσο στη φτέρνα όσο και στο μετατάρσιο. Παρέχουν έτσι και αυτά μικρότερη προστασία από τα κανονικά παπούτσια τρεξίματος. Σε αντιστάθμισμα προσφέρουν μια πολύ καλύτερη επαφή του ποδιού με το έδαφος κι ένα πιο «φυσικό» τρέξιμο. Και αυτά ωστόσο δεν έχει αποδειχθεί ότι προστατεύουν από τους τραυματισμούς κι έτσι γεννήθηκε η αντίθετη μόδα: τα υπερπροστατευτικά παπούτσια με πολύ παχύ, «αφρώδη», πάτο. Η λογική προφανής. Το πόδι βουλιάζει στο ενδιάμεσο στρώμα μειώνοντας τους κραδασμούς και κατά συνέπεια και τους τραυματισμούς.

 

Τι από τα δύο ισχύει; Ποιο παπούτσι είναι καλύτερο για να μην τραυματιστούμε; Μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει καμία επιστημονική μελέτη που να δικαιώνει την μια ή την άλλη εκδοχή. Η μόνη που έγινε αφορούσε το πόσο βοηθούν ή όχι τους δρομείς στο τρέξιμο. Μετρήθηκε (1) η κατανάλωση του οξυγόνου σε δρομείς που τους ζητήθηκε να τρέξουν και με τα δύο παπούτσια και οι διαφορές ήταν αμελητέες. Θα χρειαστεί να περιμένουμε λοιπόν για έγκυρα αποτελέσματα σε ότι αφορά τους τραυματισμούς. Πριν από λίγες ημέρες ωστόσο τρέχαμε μαζί με τον καλό μου φίλο τον Νίκο (Μαραθώνιος 2:50!!!) ο οποίος έχει δοκιμάσει και τα δύο είδη παπουτσιών και έχει άποψη:

# Τα μηδενικής διαφοράς στην αρχή κουράζουν και προκαλούν πόνο στο πόδι. Ο κατασκευαστής μιλά για περίοδο προσαρμογής 3-7 εβδομάδων στην διάρκεια των οποίων συνιστά εναλλάξ τρέξιμο με κανονικά παπούτσια. Ο Νίκος πάντως χρειάστηκε  δύο εβδομάδες. Μετά συνήθισε  και η αίσθηση της επαφής του ποδιού με το έδαφος είναι εντυπωσιακή. Το μεγάλο πλεονέκτημα είναι το πολύ καλό κράτημα ιδίως σε δύσκολα κατηφορικά μονοπάτια. Έχεις την αίσθηση, μου έλεγε, ότι το πόδι και τα δάκτυλα  γαντζώνονται στο έδαφος καθώς το μπροστά μέρος είναι φαρδύ και τα δάκτυλα απλώνονται. Μειονέκτημα η μικρή προστασία που ταλαιπωρεί την πατούσα. Για πιο βαρείς δρομείς μπορεί να είναι ακατάλληλα. Ο ίδιος πάντως θα τα φορέσει στον μαραθώνιο του Ολύμπου.(Χαρά στο κουράγιο του…)

# Τα παπούτσια με παχύ πάτο, μου είπε, τα ερωτεύεσαι από την πρώτη στιγμή. Αγκαλιάζουν το πόδι και είναι εξαιρετικά μαλακά (σ.σ.  χωρίς να είναι βαρύτερα καθώς το υλικό είναι αφρώδες). Για προπόνηση είναι εξαιρετικά, ιδίως για πιο μεγάλους και πιο βαρείς δρομείς. Φαίνεται λογικό να προστατεύουν τα γόνατα. Το μειονέκτημα ιδίως σε αγώνες είναι η αστάθεια. Σε τεχνικά μονοπάτια γύρισε το πόδι του αρκετές φορές καθώς είναι ψηλά και χάνεις την επαφή με το έδαφος.

Προσωπικά ομολογώ δεν ενθουσιάζομαι ούτε με τα μεν ούτε με τα δε. Γενικώς μετά από αρκετή ταλαιπωρία με πιο ελαφριά παπούτσια έχω καταλήξει ότι θέλω παπούτσια με υψηλή προστασία που να είναι φαρδιά μπροστά γιατί αρκετά νύχια έχω μαυρίσει στις κατηφόρες. Τις ταχύτητες τις αφήνω για τους νεότερους.

(1)   Στην παρακάτω διεύθυνση ενδιαφέρον άρθρο των New York Times για το θέμα.

 

http://well.blogs.nytimes.com/2016/06/08/meet-the-ultra-fat-super-cushioned-running-shoe/

Διαβάστηκε 69 φορές
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Τρέξτε περπατώντας... »

Προσθήκη σχολίου

Η εισαγωγή πληροφοριών όπου έχει (*) είναι υποχρεωτική.