Back to Top
Τετάρτη, 05/10/2016

Η Μόνα Λίζα, ο Μάνος και η ηθική.

Αν η επιτυχία είναι ζήτημα τύχης αποτελεί ηθικό δικαίωμα η κατοχή πλούτου;

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

Η Μόνα Λίζα, το εμβληματικό έργο του Λεονάρντο ντα Βίντσι, στις αρχές του 20ου αιώνα, ήταν ένας από τους χιλιάδες πίνακες στο Λούβρο, άγνωστος στους πολλούς πέρα από έναν κύκλο ειδικών.

Ώσπου το 1911 ένας Ιταλός που εργαζόταν στη συντήρηση του Μουσείου, ο Vincenzo Peruggia  τον έκλεψε. Έγινε μεγάλο θέμα στον τύπο της εποχής και ακόμα μεγαλύτερο όταν δυο χρόνια αργότερα ο πίνακας βρέθηκε. Έκτοτε θεωρείται το αριστούργημα του διαφωτισμού, ο πίνακας που συμβολίζει καλύτερα τον Δυτικό πολιτισμό κι είναι γνωστός ακόμα και σε μαθητές του δημοτικού.

Το παράδειγμα αυτό χρησιμοποίησε ο Robert Frank, καθηγητής των οικονομικών στο πανεπιστήμιο Cornell, για να υποστηρίξει την θέση του ότι η τύχη, μαζί φυσικά με το ταλέντο και την εργατικότητα, παίζει καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία. Πιστεύει μάλιστα ότι αν ο καθένας από εμάς μπορούσε να δει αυτοκριτικά την πορεία του, θα διαπίστωνε μια σειρά από εξωτερικούς παράγοντες που συνέβαλαν καθοριστικά στις επιτυχίες της ζωής του.

Προσωπικά είναι κάτι που κουβαλάω μέσα μου ιδίως από τότε που βρέθηκα να μετέχω με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην πολιτική μας ζωή. Υπάρχουν τα προφανή, η οικογένεια, η αυτοθυσία των γονιών να στερηθούν τα πάντα για να πάει το παιδί τους σε ένα καλό, ακριβό, σχολείο και μετά σε ένα καλό πανεπιστήμιο του εξωτερικού. Για τον Frank το που γεννιέται κανείς είναι εκ των ουκ άνευ. Ένα παιδί που γεννιέται μέσα στον εμφύλιο της Συρίας έχει ελάχιστες πιθανότητες να πετύχει στη ζωή και πάντως πολύ λιγότερες από ένα παιδί που θα γεννηθεί από εύπορους γονείς στη Γερμανία ή τις ΗΠΑ.

Η τύχη όμως μετρά καθοριστικά στη ζωή μας και μέσα από γεγονότα, μικρότερης σημασίας που έχουμε την τάση να τα ξεχνάμε. Γεγονότα που όμως μπορεί να κάνουν την διαφορά μεταξύ μιας ζωής μέσα στη μιζέρια και μιας πολύ επιτυχημένης καριέρας. Ο συγγραφέας Michael Lewis, για παράδειγμα, περιγράφει πώς ένα βράδυ σε ένα γεύμα κάθισε στο πλάι της συζύγου ενός διευθυντικού στελέχους της Salomon Brothers η οποία και κυριολεκτικά υποχρέωσε τον σύζυγό της να του προσφέρει μια θέση στην εταιρεία, την εποχή ακριβώς που ξεκινούσε η χρυσή εποχή των χρηματιστικών προϊόντων. Εργάστηκε για κάποια χρόνια και στη συνέχεια με βάση της εμπειρία του έγραψε το μπεστ σέλερ «Liars Poker». Γεννημένος συγγραφέας έγραψαν για αυτόν, ο ίδιος ωστόσο δεν έτρεφε καμία ψευδαίσθηση για το πώς (τον) βρήκε η επιτυχία. Η ζωή είναι γεμάτη από ανάλογες ιστορίες. Τον ποδοσφαιριστή που τραυματίστηκε όταν ήρθε να παρακολουθήσει την ομάδα ο ατζέντης της Μπαρτσελόνα, την ηθοποιό που της δόθηκε η ευκαιρία όταν αρρώστησε η πρωταγωνίστρια ή την φαρμακευτική εταιρεία που χρηματοδοτώντας  ένα φάρμακο για την πίεση έπεσε στο βιάγκρα.

Στην δική μου περίπτωση το τυχαίο είχε άλλη μορφή. Όταν ύστερα από χρόνια βρέθηκα στο πολιτικό ρεπορτάζ, είχα μπροστά μου τουλάχιστον τρεις συναδέλφους, εξαιρετικά ικανούς, που προηγούνταν ιεραρχικά για την θέση του διευθυντή, όταν κάποια στιγμή θα έμπαινε τέτοιο θέμα. Και οι τρεις έκαναν επιλογές αυτό-ακύρωσης στερώντας από τους εαυτούς τους την θέση, αν υποθέσουμε φυσικά ότι την ήθελαν. Εκ των υστέρων μου αρέσει να σκέφτομαι ότι ήμουν ο καλύτερος, ότι είχα την σοφία του μαραθωνοδρόμου, ότι πέρα από την ικανότητα υπάρχουν στοιχεία της προσωπικότητας που μετράνε περισσότερο- ανάμεσά τους η συνέπεια και η υπευθυνότητα. Γνωρίζω πολύ καλά ωστόσο ότι δεν είναι έτσι. Τα πράγματα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί πολύ διαφορετικά. Όπως γνωρίζω ότι αν δεν ήταν διευθυντής ένας σπάνιος δημοσιογράφος που δεν είχε καμία σχέση με τα αγοραία στερεότυπα των ΜΜΕ, πιθανότατα θα είχα παραμείνει στο πολιτικό ρεπορτάζ.

Αφορμή για τις σκέψεις αυτές ήταν άρθρο του Στέφανου Μάνου στο οποίο εκφράζει την ιδεολογική του αντίθεση στην φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, Προτείνει την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και την αντικατάσταση του από ανταποδοτικά δημοτικά τέλη με παράλληλη κατάργηση της κρατικής επιδότησης στους Δήμους. Με το δια ταύτα θα μπορούσε κανείς να συμφωνήσει υπό προϋποθέσεις. Γιατί βέβαια χωρίς κάποιας μορφής αναδιανομή, οι φτωχοί Δήμοι θα είχαν λιγότερα χρήματα στη διάθεση τους για τις υπηρεσίες τους προς τους δημότες και οι πλούσιοι περισσότερα. Την ώρα μάλιστα που οι ανάγκες στις υποβαθμισμένες περιοχές-πχ για συσσίτια στα ΚΑΠΗ ή για κοινωνικά ιατρεία- έχουν αυξηθεί γεωμετρικά στα χρόνια της κρίσης.

Εξ ίσου ενδιαφέρον όμως έχει η θέση του κ. Μάνου ότι η Πολιτεία στα πλαίσια και  της συνταγματικής επιταγής για προστασία της ιδιοκτησίας, πρέπει να ενθαρρύνει την δημιουργία περιουσίας η οποία δεν θα πρέπει να φορολογείται. Όποιος έχει πληρώσει τους φόρους εισοδήματος που του αναλογούν πρέπει να έχει δικαίωμα να κρατά τα χρήματά του χωρίς πρόσθετους φόρους. Ο κ. Μάνος επικαλείται μια σειρά από λόγους. Για παράδειγμα σημειώνει, σωστά, ότι ο κεντρικός καθορισμός των αντικειμενικών αξιών οδηγεί σε χτυπητές αδικίες με περιοχές όπου οι πραγματικές τιμές των ακινήτων είναι πολύ υψηλότερες των αντικειμενικών και άλλες όπου αποτελούν ένα μικρό μόνο ποσοστό. Υποστηρίζει επίσης ότι το κράτος πρέπει να επιβραβεύει όσους δημιουργούν περιουσίες επενδύοντας σε ακίνητα στην προκειμένη περίπτωση και δεν σπαταλούν τα λεφτά τους. Πέρα από αυτές τις χρησιμοθηρικές προσεγγίσεις όμως ο κ. Μάνος θεωρεί ότι το αφορολόγητο της περιουσίας πρέπει να μπει στο επίκεντρο των «αξιών» της Νέας Δημοκρατίας. Να πει στον πολίτη «τα λεφτά που κερδίζεις από την εργασία σου-αφού φορολογηθούν- είναι δικά σου και δεν θα αφήσω κανέναν να στα πάρει».

Θα μπορούσε φυσικά να αντιτάξει κανείς πολλά εξ ίσου χρησιμοθηρικά επιχειρήματα εναντίον μιας τέτοιας προσέγγισης. Την ανάγκη για παράδειγμα μιας πιο ίσης κατανομής του πλούτου για να ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή. Ή το ότι κοινωνίες με μικρές συγκριτικά ανισότητες επιτυγχάνουν υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Στόχοι βέβαια οι οποίοι μπορεί να υπηρετηθούν με πολλούς τρόπους και όχι αναγκαστικά ή αποκλειστικά με φόρους τύπου ΕΝΦΙΑ.

 Ο κ. Μάνος όμως προσδίδει και μια ηθική διάσταση στο δικαίωμα να κρατά κανείς τους καρπούς της εργασίας του.  Είναι προφανές ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μιλάμε βέβαια για εργασία αλλά για επιχειρηματικά κέρδη. Ακόμα κι έτσι ωστόσο από την στιγμή που έχουμε αποδεχθεί την οικονομία της αγοράς είναι ηθικό δικαίωμα το αφορολόγητο της περιουσίας; Η υποστήριξη μιας τέτοιας θέσης αδυνατίζει σημαντικά από την στιγμή που θα δεχθούμε ότι η επιτυχία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε τυχαίους παράγοντες. Και ότι σε κάθε περίπτωση η διαφορά στις ικανότητες, στην γνώση και στην προσπάθεια με κανένα τρόπο δεν δικαιολογεί τις τεράστιες διαφορές στις απολαβές που παρατηρούνται στις σύγχρονες κοινωνίες.

Η αποδοχή αυτής της πραγματικότητας έχει ενδιαφέρουσες συνέπειες. Σε πειράματα που έγιναν, ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να αναλογιστούν τους εξωτερικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην επαγγελματική τους επιτυχία. Όσοι το έκαναν ήταν στη συνέχεια πολύ πιο γενναιόδωροι (25%) από μια δεύτερη ομάδα στην οποία ζητήθηκε να αναλογιστούν τα προσωπικά τους προτερήματα. Σε ένα διαφορετικό πείραμα εξ άλλου η ομάδα από την οποία ζητήθηκε να αναλογιστεί τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να νιώθουν ευγνωμοσύνη, σε βάθος χρόνου είχε λιγότερο άγχος, λιγότερα προβλήματα ύπνου και παραπονιόταν λιγότερο για σωματικούς πόνους. Ψιλά γράμματα θα πει κάποιος. Ίσως και όχι όμως. Η κατάθλιψη αποτελεί μια μάστιγα της εποχής και τα αντικαταθλιπτικά μια από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες. Για να μη μιλήσουμε για την πολιτική, την άνοδο του λαϊκισμού που  έχει πυροδοτήσει η διευρυνόμενη ανισότητα του πλούτου και τους κινδύνους για την δημοκρατία. Α, ναι και την αυτογνωσία. Μπορεί τελικά να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους…

 

 

 

 

Διαβάστηκε 994 φορές
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Παγιδευμένοι στην φτώχεια

Προσθήκη σχολίου

Η εισαγωγή πληροφοριών όπου έχει (*) είναι υποχρεωτική.